Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Erythropoietin
01
ερυθροποιητίνη, EPO
a hormone that stimulates the production of red blood cells in the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
erythropoietins



























