eruption
e
ɪ
i
rup
ˈrʌp
rap
tion
ʃən
shēn
erectionerudition

Ορισμός και σημασία του "eruption"στα αγγλικά

01

έκρηξη, ηφαιστειακή έκρηξη

the sudden outburst of lava and steam from a volcanic mountain 
eruption definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eruptions
Παραδείγματα
The volcanic eruption sent ash and lava flowing down the mountainside. 

Η ηφαιστειακή έκρηξη έστειλε τέφρα και λάβα να ρέουν κατά μήκος της πλαγιάς του βουνού.

02

έκρηξη, ξέσπασμα

a sudden, intense burst of sound or noise 
Παραδείγματα
The eruption of applause filled the auditorium. 

Η έκρηξη του χειροκροτήματος γέμισε το αμφιθέατρο.

03

έκρηξη δοντιού, βλάστηση δοντιού

the process of a tooth breaking through the gum into the mouth 
Παραδείγματα
The eruption of her first molar caused some discomfort. 

Η έκρηξη του πρώτου γομφίου της προκάλεσε κάποια δυσφορία.

04

έκρηξη, ξεσπάσματα

a sudden outbreak of an intense or harmful condition 
Παραδείγματα
A sudden eruption of conflict disrupted the negotiations. 

Μια ξαφνική έκρηξη σύγκρουσης διέκοψε τις διαπραγματεύσεις.

05

εξάνθημα, έκρηξη

a visible outbreak on the skin or surface of the body 
Παραδείγματα
Heat can trigger an eruption of hives. 

Η θερμότητα μπορεί να προκαλέσει έκρηξη κνίδωσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store