Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Erectile dysfunction
01
δυσλειτουργία στύσης, ανικανότητα
a condition where a man has difficulty achieving or maintaining an erection sufficient for sexual activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
gender specific
αρσενικό ενικό
erectile dysfunction
neutral form
sexual dysfunction
Παραδείγματα
Erectile dysfunction can result from various factors, including age, medical conditions, or psychological issues.
Η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να προκύψει από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας, ιατρικών καταστάσεων ή ψυχολογικών ζητημάτων.
LanGeek



























