erasure
e
ɪ
i
ra
ˈreɪ
rei
sure
ʒə
zhē

Ορισμός και σημασία του "erasure"στα αγγλικά

01

διαγραφή, εξάλειψη

the act of removing something such as a writing, drawing, or data 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The erasure of the old files was necessary to make space for new data. 

Η διαγραφή των παλιών αρχείων ήταν απαραίτητη για να γίνει χώρος για νέα δεδομένα.

02

διαγραφή, εξάλειψη

a surface area where something has been erased 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store