Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Erasure
01
διαγραφή, εξάλειψη
the act of removing something such as a writing, drawing, or data
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The erasure of the old files was necessary to make space for new data.
Η διαγραφή των παλιών αρχείων ήταν απαραίτητη για να γίνει χώρος για νέα δεδομένα.
02
διαγραφή, εξάλειψη
a surface area where something has been erased
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
erasure
erase



























