Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Erasure
01
διαγραφή, εξάλειψη
the act of removing something such as a writing, drawing, or data
Παραδείγματα
The erasure of the incorrect calculations from the spreadsheet saved hours of work.
Η διαγραφή των λανθασμένων υπολογισμών από το υπολογιστικό φύλλο έσωσε ώρες εργασίας.
02
διαγραφή, εξάλειψη
a surface area where something has been erased
Λεξικό Δέντρο
erasure
erase



























