Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amen
01
Αμήν
used after a prayer or a statement of faith to affirm the sentiments expressed
Παραδείγματα
The truth shall set you free. Amen!
Η αλήθεια θα σας ελευθερώσει. Αμήν!
Amen
01
μια πρωτόγονη αιγυπτιακή προσωποποίηση του αέρα και της αναπνοής; λατρευόταν ιδιαίτερα στις Θήβες, μια αρχαία αιγυπτιακή ενσάρκωση του αέρα και της αναπνοής; λατρευόταν κυρίως στις Θήβες
a primeval Egyptian personification of air and breath; worshipped especially at Thebes



























