amen
a
ɑ
α
men
ˈmɛn
μεν
/ˌɑːmˈɛn/

Ορισμός και σημασία του "amen"στα αγγλικά

01

Αμήν

used after a prayer or a statement of faith to affirm the sentiments expressed
amen definition and meaning
Παραδείγματα
The truth shall set you free. Amen!
Η αλήθεια θα σας ελευθερώσει. Αμήν!
01

μια πρωτόγονη αιγυπτιακή προσωποποίηση του αέρα και της αναπνοής; λατρευόταν ιδιαίτερα στις Θήβες, μια αρχαία αιγυπτιακή ενσάρκωση του αέρα και της αναπνοής; λατρευόταν κυρίως στις Θήβες

a primeval Egyptian personification of air and breath; worshipped especially at Thebes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amens
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store