amen
a
ˌɑ:
aa
men
ˈmɛn
men
glenwrenthenbren

Ορισμός και σημασία του "amen"στα αγγλικά

01

Αμήν

used after a prayer or a statement of faith to affirm the sentiments expressed 
amen definition and meaning
Παραδείγματα
May the Lord bless us and keep us. Amen. 

Ο Κύριος να μας ευλογεί και να μας φυλάει. Αμήν.

01

μια πρωτόγονη αιγυπτιακή προσωποποίηση του αέρα και της αναπνοής; λατρευόταν ιδιαίτερα στις Θήβες, μια αρχαία αιγυπτιακή ενσάρκωση του αέρα και της αναπνοής; λατρευόταν κυρίως στις Θήβες

a primeval Egyptian personification of air and breath; worshipped especially at Thebes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amens
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store