Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Equipage
01
άμαξα
a vehicle with wheels drawn by one or more horses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
equipages
02
εξοπλισμός
equipment and supplies of a military force



























