epistemology
e
ɪ
ι
pis
ˌpɪs
πισ
te
tɪ
τι
mo
ˈmɒ
μο
lo
lə
λα
gy
ʤi
τζι
anthropologypharmacologyrheumatologypaleontology

Ορισμός και σημασία του "epistemology"στα αγγλικά

01

επιστημολογία, θεωρία της γνώσης

the branch of philosophy that studies the nature, sources, and limits of knowledge 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Epistemology asks how we can know anything with certainty. 

Η επιστημολογία ρωτά πώς μπορούμε να γνωρίζουμε οτιδήποτε με βεβαιότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

epistemologist
epistemology
epistemo
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store