Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Epidemic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
epidemics
Παραδείγματα
The epidemic caused a surge in hospital admissions.
Η επιδημία προκάλεσε αύξηση στις εισαγωγές στα νοσοκομεία.
02
επιδημία, συμφορά
a sudden and widespread occurrence of a particular negative event or phenomenon, especially affecting a large number of people or things within a specific area or group
Παραδείγματα
The region faced an epidemic of wildfires that destroyed thousands of homes.
Η περιοχή αντιμετώπισε μια επιδημία πυρκαγιών που κατέστρεψαν χιλιάδες σπίτια.
epidemic
01
επιδημικός, ενδημικός
describing a disease or condition that spreads rapidly and affects a large number of people within a specific area or community during a particular period
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
An epidemic outbreak of chickenpox affected most children in the town.
Μια επιδημία ανεμοβλογιάς επηρέασε τα περισσότερα παιδιά της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
epidemic
epidem



























