enzyme
en
ˈɛn
en
zyme
zaɪm
zaim

Ορισμός και σημασία του "enzyme"στα αγγλικά

01

ένζυμο

a substance that all living organisms produce that brings about a chemical reaction without being altered itself 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
enzymes
Παραδείγματα
Enzymes play a crucial role in digestion, breaking down food into smaller molecules that can be absorbed by the body. 

Τα ένζυμα παίζουν κρίσιμο ρόλο στην πέψη, διασπώντας τα τρόφιμα σε μικρότερα μόρια που μπορούν να απορροφηθούν από το σώμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

coenzyme
enzymatic
proenzyme
enzyme
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store