Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entrepreneurial
01
επιχειρηματικός
related to starting and managing business ventures, often involving innovation and taking risks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most entrepreneurial
συγκριτικός βαθμός
more entrepreneurial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Entrepreneurial spirit drives individuals to pursue innovative business ideas.
Το επιχειρηματικό πνεύμα ωθεί τα άτομα να ακολουθούν καινοτόμες επιχειρηματικές ιδέες.
02
επιχειρηματικός, διατεθειμένος να αναλάβει ρίσκα
willing to take risks in order to make a profit
Λεξικό Δέντρο
entrepreneurial
entrepreneur



























