Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entrepot
01
αποθήκη
a depository for goods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
entrepots
02
αποθήκη
a port where merchandise can be imported and then exported without paying import duties



























