entrapment
ent
ˈɪnt
int
rap
ræp
rāp
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "entrapment"στα αγγλικά

01

παγίδα, προώθηση σε έγκλημα

(law) a practice in which government officials persuade someone to commit a crime that one would not have done by choice 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
entrapments
Παραδείγματα
The defense argued that the defendant’s actions were a result of entrapment. 

Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι οι ενέργειες του κατηγορούμενου ήταν αποτέλεσμα παγίδευσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

entrapment
entrap
trap
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store