Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enthusiast
01
ενθουσιastής, λάτρης
someone who has a strong interest in a particular activity, subject, or hobby, and really loves learning about it and doing it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
enthusiasts
Παραδείγματα
She is a fitness enthusiast who exercises daily.
Είναι μια ενθουσιάστρια της γυμναστικής που ασκείται καθημερινά.
02
ενθουσιastής, λάτρης
a person having a strong liking for something
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
enthusiastic
enthusiast



























