enterprise
en
ˈɛn
εν
ter
τα
prise
praɪz
πραιζ

Ορισμός και σημασία του "enterprise"στα αγγλικά

01

επιχείρηση, εταιρεία

a company 
enterprise definition and meaning
Παραδείγματα
The family-owned enterprise has been in operation for over three generations. 

Η οικογενειακή επιχείρηση λειτουργεί για περισσότερες από τρεις γενιές.

02

επιχείρηση, έργο

an enormous project that is part of a for-profit business 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
enterprises
Παραδείγματα
The company launched a new enterprise to develop cutting-edge renewable energy technology. 

Η εταιρεία ξεκίνησε μια νέα επιχείρηση για την ανάπτυξη τεχνολογίας αιχμής στην ανανεώσιμη ενέργεια.

03

τολμηρότητα, επιχειρηματικό πνεύμα

a quality that drives someone to undertake daring or innovative projects 
Παραδείγματα
Her enterprise led her to launch a startup straight out of college. 

Η επιχειρηματικότητά της την οδήγησε να ξεκινήσει μια startup αμέσως μετά το πανεπιστήμιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

enterprise

enter

+

prise

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store