Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ensnare
01
παγιδεύω, παγώνω
to trap someone in an uncomfortable situation or place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ensnare
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensnares
ενεστώτα μετοχή
ensnaring
απλός αόριστος
ensnared
παθητική μετοχή
ensnared
02
παγιδεύω, πιαίνω
take or catch as if in a snare or trap



























