Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enshroud
01
τυλίγω, καλύπτω
to cover a dead body with the burial clothes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enshroud
γ΄ ενικό πρόσωπο
enshrouds
ενεστώτα μετοχή
enshrouding
απλός αόριστος
enshrouded
παθητική μετοχή
enshrouded
Λεξικό Δέντρο
enshroud
shroud



























