Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enrollment
01
εγγραφή, καταχώριση
the process or action of joining a school, course, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
enrollments
02
εγγραφή, συνολικός αριθμός εγγεγραμμένων
the total number of people enrolled in a particular institution, program, or activity
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
enrollment
enroll



























