Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ambidextrous
01
αμφιδέξιος, που χρησιμοποιεί και τα δύο χέρια με ίδια επιδεξιότητα
able to use both hands with equal skill and ease
Παραδείγματα
He learned to be ambidextrous after injuring his dominant hand.
Έμαθε να είναι αμφιδέξιος αφού τραυμάτισε το κυρίαρχο χέρι του.
02
υποκριτικός, ψεύτικος
showing intentional deceit by pretending to have one set of feelings while secretly acting on another
Παραδείγματα
Her ambidextrous charm masked her ambition.
Η δίστρομη γοητεία της μάσκαρε τη φιλοδοξία της.
Λεξικό Δέντρο
ambidextrousness
ambidextrous



























