ambidextrous
am
ˌæm
ām
bi
bi
dext
ˈdɛkst
dekst
rous
rəs
rēs
ambisextrous

Ορισμός και σημασία του "ambidextrous"στα αγγλικά

ambidextrous
01

αμφιδέξιος, που χρησιμοποιεί και τα δύο χέρια με ίδια επιδεξιότητα

able to use both hands with equal skill and ease 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ambidextrous
συγκριτικός βαθμός
more ambidextrous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's ambidextrous and can write with either hand. 

Είναιαμφιδέξια και μπορεί να γράφει με οποιοδήποτε χέρι.

02

υποκριτικός, ψεύτικος

showing intentional deceit by pretending to have one set of feelings while secretly acting on another 
Παραδείγματα
His ambidextrous words hid his true intentions. 

Οι αμφίσημες λέξεις του κρύβαν τις πραγματικές του προθέσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store