Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Engineer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
engineers
Παραδείγματα
An engineer's job is to apply scientific principles to solve engineering challenges.
Η δουλειά ενός μηχανικού είναι να εφαρμόζει επιστημονικές αρχές για να λύνει μηχανικές προκλήσεις.
02
μηχανικός, μηχανοδηγός
the operator of a railway locomotive
to engineer
01
μηχανεύομαι, σχεδιάζω
to design, build, or plan something systematically and skillfully, especially using scientific principles and technical knowledge
Transitive: to engineer a system or structure
Παραδείγματα
Civil engineers are responsible for engineering structures such as bridges and highways.
Οι πολιτικοί μηχανικοί είναι υπεύθυνοι για τον σχεδιασμό κατασκευών όπως γέφυρες και αυτοκινητόδρομοι.
02
οργανώνω, σχεδιάζω
to cleverly plan or arrange for something to happen
Transitive: to engineer sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
engineer
γ΄ ενικό πρόσωπο
engineers
ενεστώτα μετοχή
engineering
απλός αόριστος
engineered
παθητική μετοχή
engineered
Παραδείγματα
He engineered the perfect surprise party, making sure every detail was in place.
Σχεδίασε το τέλειο πάρτι έκπληξη, διασφαλίζοντας ότι κάθε λεπτομέρεια ήταν στη θέση της.



























