Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Engine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
engines
Παραδείγματα
The mechanic repaired the engine of the car, which had been making strange noises.
Ο μηχανικός επισκεύασε τον κινητήρα του αυτοκινήτου, ο οποίος έκανε περίεργους θορύβους.
02
κινητήρας, μηχανισμός
something used to achieve a purpose
03
ατμομηχανή
a wheeled vehicle consisting of a self-propelled engine that is used to draw trains along railway tracks
04
μηχανή πολέμου, μηχάνημα πολιορκίας
an instrument or machine that is used in warfare, such as a battering ram, catapult, artillery piece, etc.
Λεξικό Δέντρο
engineer
enginery
engine



























