Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Endoskeleton
01
ενδοσκελετός, εσωτερικό σκελετικό σύστημα
the internal bony structure of an animal that gives it form and supports its weight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
endoskeletons



























