Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to endear
01
κάνω κάποιον αγαπητό, εμπνέω στοργή
to make one feel fond or affectionate toward someone or something
Παραδείγματα
Her sweet and generous nature endeared her to all who knew her.
Η γλυκιά και γενναιόδωρη φύση της την έκανε αγαπητή σε όσους την γνώριζαν.
Λεξικό Δέντρο
endearing
endearment
endear



























