to endear
en
ɪn
in
dear
ˈdɪə
die
rehearmisheartierbier

Ορισμός και σημασία του "endear"στα αγγλικά

to endear
01

κάνω κάποιον αγαπητό, εμπνέω στοργή

to make one feel fond or affectionate toward someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
endear
γ΄ ενικό πρόσωπο
endears
ενεστώτα μετοχή
endearing
απλός αόριστος
endeared
παθητική μετοχή
endeared
Παραδείγματα
He hopes his dedication to his work will endear him to his new boss. 

Ελπίζει ότι η αφοσίωσή του στη δουλειά θα τον κάνει αγαπητό στον νέο του αφεντικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store