endangerment
en
ɛn
en
dan
ˈdeɪn
dein
ger
ʤɜr
jēr
ment
mənt
mēnt
/ɛndˈe‍ɪnd‍ʒəmənt/

Ορισμός και σημασία του "endangerment"στα αγγλικά

01

θέση σε κίνδυνο, εκτέθειση σε κίνδυνο

the act of putting someone in danger or at risk of harm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court ruled that his actions constituted criminal endangerment of public safety.
Το δικαστήριο αποφάσισε ότι οι πράξεις του συνιστούσαν ποινική κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store