Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Endangerment
01
θέση σε κίνδυνο, εκτέθειση σε κίνδυνο
the act of putting someone in danger or at risk of harm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court ruled that his actions constituted criminal endangerment of public safety.
Το δικαστήριο αποφάσισε ότι οι πράξεις του συνιστούσαν ποινική κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια.
Λεξικό Δέντρο
endangerment
endanger



























