Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Endangerment
01
θέση σε κίνδυνο, εκτέθειση σε κίνδυνο
the act of putting someone in danger or at risk of harm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The driver was arrested for child endangerment.
Ο οδηγός συνελήφθη για θέση παιδιού σε κίνδυνο.
Λεξικό Δέντρο
endangerment
endanger



























