endangerment
en
ɛn
en
dan
ˈdeɪn
dein
ger
dʒə
dzhē
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "endangerment"στα αγγλικά

01

θέση σε κίνδυνο, εκτέθειση σε κίνδυνο

the act of putting someone in danger or at risk of harm 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The driver was arrested for child endangerment. 

Ο οδηγός συνελήφθη για θέση παιδιού σε κίνδυνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store