Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to encircle
01
περικυκλώνω, περιβάλλω
to create a circular shape around someone or something
Transitive: to encircle sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
encircle
γ΄ ενικό πρόσωπο
encircles
ενεστώτα μετοχή
encircling
απλός αόριστος
encircled
παθητική μετοχή
encircled
Παραδείγματα
The children encircled the storyteller during storytime.
Τα παιδιά περικύκλωσαν τον αφηγητή κατά τη διάρκεια της αφήγησης.
Λεξικό Δέντρο
encircled
encirclement
encircling
encircle
circle



























