Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to encircle
01
περικυκλώνω, περιβάλλω
to create a circular shape around someone or something
Transitive: to encircle sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
encircle
γ΄ ενικό πρόσωπο
encircles
ενεστώτα μετοχή
encircling
απλός αόριστος
encircled
παθητική μετοχή
encircled
Παραδείγματα
The protestors planned to encircle the government building in a peaceful demonstration.
Οι διαμαρτυρόμενοι σχεδίαζαν να περικυκλώσουν το κτίριο της κυβέρνησης σε μια ειρηνική διαδήλωση.
Λεξικό Δέντρο
encircled
encirclement
encircling
encircle
circle



























