Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enchantress
01
μάγισσα, γοητεύτρια
a woman with magical powers
Παραδείγματα
The enchantress brewed potions under the light of the full moon.
Η μάγισσα παρασκεύαζε φίλτρα κάτω από το φως της πανσελήνου.
02
γοητευτική γυναίκα, συνεπαφέρουσα γυναίκα
a charming or seductive woman
Παραδείγματα
The artist painted her as an enchantress surrounded by roses.
Ο καλλιτέχνης την ζωγράφισε ως μια γοητεύτρια περιτριγυρισμένη από τριαντάφυλλα.



























