Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Encaustic
01
εγκαυστική, κεριά ζωγραφική
a paint consisting of pigments with melted beeswax and applying the mixture to a surface, often a wooden panel or canvas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
encaustics
Λεξικό Δέντρο
encaustic
caustic
caust



























