Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Enactment
01
ψήφιση, επικύρωση
the formal approval and establishment of a law
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
enactments
Παραδείγματα
The enactment of the new environmental regulations was celebrated by activists who had campaigned for years.
Η θέσπιση των νέων περιβαλλοντικών κανονισμών γιορτάστηκε από ακτιβιστές που είχαν κάνει εκστρατεία για χρόνια.
02
απόδοση, υπόκριση
acting the part of a character on stage; dramatically representing the character by speech and action and gesture
03
θέσπιση, διάταγμα
a legal document codifying the result of deliberations of a committee or society or legislative body



























