to empurple
em
ɪm
im
pu
ˈpɜ:
rple
əpl
ēpl

Ορισμός και σημασία του "empurple"στα αγγλικά

to empurple
01

μοβίζω, δίνω μωβ απόχρωση

to turn something purple in color or to give it a purple tint 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
empurple
γ΄ ενικό πρόσωπο
empurples
ενεστώτα μετοχή
empurpling
απλός αόριστος
empurpled
παθητική μετοχή
empurpled
Παραδείγματα
The artist empurpled the background to enhance the mood of the painting. 

Ο καλλιτέχνης μορέπεισε το φόντο για να ενισχύσει την ατμόσφαιρα του πίνακα.

02

μωβίζω, γίνομαι μωβ

to become purple in color 
Intransitive
Παραδείγματα
The sky began to empurple as the sun dipped below the horizon. 

Ο ουρανός άρχισε να μωβίζει καθώς ο ήλιος βυθίστηκε κάτω από τον ορίζοντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store