Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to empurple
01
μοβίζω, δίνω μωβ απόχρωση
to turn something purple in color or to give it a purple tint
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
empurple
γ΄ ενικό πρόσωπο
empurples
ενεστώτα μετοχή
empurpling
απλός αόριστος
empurpled
παθητική μετοχή
empurpled
Παραδείγματα
The artist empurpled the background to enhance the mood of the painting.
Ο καλλιτέχνης μορέπεισε το φόντο για να ενισχύσει την ατμόσφαιρα του πίνακα.
Παραδείγματα
The sky began to empurple as the sun dipped below the horizon.
Ο ουρανός άρχισε να μωβίζει καθώς ο ήλιος βυθίστηκε κάτω από τον ορίζοντα.
Λεξικό Δέντρο
empurpled
empurple



























