emperor
Pronunciation
/ˈɛmpɝɝ/

Ορισμός και σημασία του "emperor"στα αγγλικά

01

αυτοκράτορας, κυβερνήτης

a male king that rules an empire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emperors
Παραδείγματα
The emperor's decree was law throughout the land.
Το διάταγμα του αυτοκράτορα ήταν νόμος σε όλη τη γη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store