emigre
e
ˈɛ
e
mig
ˌmɪg
mig
re
reɪ
rei
emigree
émigré

Ορισμός και σημασία του "emigre"στα αγγλικά

01

εξόριστος

an individual who has left their native country to settle in another due to political reasons, war, or other upheavals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
émigrés
Παραδείγματα
The writer, once an emigré from a totalitarian regime, found solace and freedom in their new country, where they could express themselves without fear of persecution. 

Ο συγγραφέας, κάποτε εξόριστος από έναν ολοκληρωτικό καθεστώς, βρήκε παρηγοριά και ελευθερία στη νέα του χώρα, όπου μπορούσε να εκφραστεί χωρίς φόβο διωγμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store