embryonic
emb
ˌɛmb
emb
ryo
ˈriɒ
rio
nic
nɪk
nik
embryotic

Ορισμός και σημασία του "embryonic"στα αγγλικά

01

εμβρυϊκός, που ανήκει στα πρώιμα στάδια ανάπτυξης

belonging to the earlier stages of growth and development 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Embryonic stem cells have the potential to develop into various cell types in the body. 

Τα εμβρυικά βλαστοκύτταρα έχουν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν σε διάφορους τύπους κυττάρων στο σώμα.

02

εμβρυϊκός, εμβρυακός

of an organism prior to birth or hatching 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store