Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to embrown
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
embrown
γ΄ ενικό πρόσωπο
embrowns
ενεστώτα μετοχή
embrowning
απλός αόριστος
embrowned
παθητική μετοχή
embrowned
Παραδείγματα
Time had embrowned the edges of the old, fragile manuscript.
Ο χρόνος είχε καφετίσει τις άκρες του παλιού, εύθραστου χειρογράφου.
02
σκουραίνω, καφετίζω
cause to darken



























