to embrown
emb
ˈɪmb
imb
rown
raʊn
rawn
renownput-downadnounassclown

Ορισμός και σημασία του "embrown"στα αγγλικά

to embrown
01

καφετίζω, κάνω καφέ

to make something brown in color 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
embrown
γ΄ ενικό πρόσωπο
embrowns
ενεστώτα μετοχή
embrowning
απλός αόριστος
embrowned
παθητική μετοχή
embrowned
Παραδείγματα
Time had embrowned the edges of the old, fragile manuscript. 

Ο χρόνος είχε καφετίσει τις άκρες του παλιού, εύθραστου χειρογράφου.

02

σκουραίνω, καφετίζω

cause to darken 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store