Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to embrown
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
embrown
γ΄ ενικό πρόσωπο
embrowns
ενεστώτα μετοχή
embrowning
απλός αόριστος
embrowned
παθητική μετοχή
embrowned
Παραδείγματα
The artist embrowned the landscape in the painting to mimic the autumn season.
Ο καλλιτέχνης κάστανε το τοπίο στη ζωγραφική για να μιμηθεί τη φθινοπωρινή εποχή.
02
σκουραίνω, καφετίζω
cause to darken



























