embrown
emb
ɛmb
εμμπ
rown
ˈraʊn
ραουν
/ɛmbɹˈaʊn/

Ορισμός και σημασία του "embrown"στα αγγλικά

to embrown
01

καφετίζω, κάνω καφέ

to make something brown in color
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
embrown
γ΄ ενικό πρόσωπο
embrowns
ενεστώτα μετοχή
embrowning
απλός αόριστος
embrowned
παθητική μετοχή
embrowned
Παραδείγματα
The artist embrowned the landscape in the painting to mimic the autumn season.
Ο καλλιτέχνης κάστανε το τοπίο στη ζωγραφική για να μιμηθεί τη φθινοπωρινή εποχή.
02

σκουραίνω, καφετίζω

cause to darken
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store