Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embonpoint
01
στρουμπουλός, πυκνός
sufficiently fat so as to have a pleasing fullness of figure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embonpoint
συγκριτικός βαθμός
more embonpoint
διαβαθμίσιμο
Embonpoint
01
στρογγυλότητα
the bodily property of being well rounded
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























