embonpoint
em
ɛm
εμ
bon
ˈbɑ:n
μπαν
point
pɔɪnt
ποϊντ
/ɛmbˈɒnpɔ‍ɪnt/

Ορισμός και σημασία του "embonpoint"στα αγγλικά

embonpoint
01

στρουμπουλός, πυκνός

sufficiently fat so as to have a pleasing fullness of figure
embonpoint definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embonpoint
συγκριτικός βαθμός
more embonpoint
διαβαθμίσιμο
01

στρογγυλότητα

the bodily property of being well rounded
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store