Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Embolism
01
εμβολή, αγγειακή απόφραξη
the obstruction of a blood vessel by an embolus which is a particle that travels through the bloodstream and blocks a vessel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
embolisms
02
εμβολισμός, προσθήκη στο ημερολόγιο
an insertion into a calendar
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
embolism
embolden



























