Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embodied
01
ενσαρκωμένος, υλοποιημένος
(of something abstract) given a physical form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embodied
συγκριτικός βαθμός
more embodied
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
abstraction, form, representation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unembodied
embodied
embody



























