embodied
em
ɪm
im
bo
ˈbɒ
bo
died
did
did
embossed

Ορισμός και σημασία του "embodied"στα αγγλικά

01

ενσαρκωμένος, υλοποιημένος

(of something abstract) given a physical form 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embodied
συγκριτικός βαθμός
more embodied
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

unembodied
embodied
embody
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store