Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embedded
01
ενσωματωμένος, καταχωρισμένος
firmly enclosed or fixed within a surrounding mass or material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embedded
συγκριτικός βαθμός
more embedded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fossil was embedded deep within the rock.
Το απολίθωμα ήταν ενσωματωμένο βαθιά μέσα στο βράχο.
02
ενσωματωμένος, εμφύτευτος
inserted as an integral part of a surrounding whole



























