embedded
Pronunciation
/ɛmˈbɛdɪd/

Ορισμός και σημασία του "embedded"στα αγγλικά

01

ενσωματωμένος, καταχωρισμένος

firmly enclosed or fixed within a surrounding mass or material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embedded
συγκριτικός βαθμός
more embedded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Embedded in the snow was a small piece of metal.
Ενσωματωμένο στο χιόνι ήταν ένα μικρό κομμάτι μέταλλο.
02

ενσωματωμένος, εμφύτευτος

inserted as an integral part of a surrounding whole
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store