Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embedded
01
ενσωματωμένος, καταχωρισμένος
firmly enclosed or fixed within a surrounding mass or material
Παραδείγματα
Embedded in the snow was a small piece of metal.
Ενσωματωμένο στο χιόνι ήταν ένα μικρό κομμάτι μέταλλο.
02
ενσωματωμένος, εμφύτευτος
inserted as an integral part of a surrounding whole



























