embedded
em
ɪm
im
be
ˈbɛ
be
dded
dɪd
did
threadedunleadedshreddedbeheaded

Ορισμός και σημασία του "embedded"στα αγγλικά

01

ενσωματωμένος, καταχωρισμένος

firmly enclosed or fixed within a surrounding mass or material 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embedded
συγκριτικός βαθμός
more embedded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fossil was embedded deep within the rock. 

Το απολίθωμα ήταν ενσωματωμένο βαθιά μέσα στο βράχο.

02

ενσωματωμένος, εμφύτευτος

inserted as an integral part of a surrounding whole 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store