Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embarrassed
01
ντροπιασμένος, αμηχανία
feeling ashamed and uncomfortable because of something that happened or was said
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embarrassed
συγκριτικός βαθμός
more embarrassed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt embarrassed when she realized she had mispronounced the word.
Αισθάνθηκε ντροπιασμένη όταν συνειδητοποίησε ότι είχε προφέρει λάθος τη λέξη.
02
αμηχανία, σε δύσκολη θέση
placed in a difficult or obstructed position by external difficulties or complications
Παραδείγματα
The embarrassed troops struggled to cross the flooded terrain.
Οι αμηχανισμένες στρατιωτικές δυνάμεις αγωνίστηκαν να διασχίσουν την πλημμυρισμένη περιοχή.
Λεξικό Δέντρο
unembarrassed
embarrassed
embarrass



























