Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to embargo
01
επιβάλλω εμπάργκο, τοποθετώ υπό εμπάργκο
to impose a restriction or official ban on the release, publication, or distribution of certain information, news, or materials
Transitive: to embargo information or news
Παραδείγματα
In order to avoid speculation, the spokesperson decided to embargo any comments on the ongoing investigation until official results were available.
Για να αποφύγει τις εικασίες, ο εκπρόσωπος αποφάσισε να επιβάλει εμπάργκο σε οποιαδήποτε σχόλια σχετικά με την εξελισσόμενη έρευνα μέχρι να είναι διαθέσιμα τα επίσημα αποτελέσματα.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
embargo
γ΄ ενικό πρόσωπο
embargoes
ενεστώτα μετοχή
embargoing
απλός αόριστος
embargoed
παθητική μετοχή
embargoed
Παραδείγματα
The government, in an effort to address human rights issues, opted to embargo all business dealings with the authoritarian regime.
Η κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει τα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επέλεξε να επιβάλει εμπάργκο σε όλες τις επιχειρηματικές συναλλαγές με το αυταρχικό καθεστώς.
Embargo
01
εμπάργκο, εμπορική απαγόρευση
an official order according to which any commercial activity with a particular country is banned
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
embargoes



























