Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Embankment
01
ανάχωμα, έμβαμμα
a raised pile of earth, stone, or concrete along the side of a road to support it or act as a barrier
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
embankments
Παραδείγματα
The embankment provided stability to the road.
Ο ανάχωμα παρείχε σταθερότητα στο δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
embankment
embank



























