ellipsoid
e
ɪ
i
llip
ˈlɪp
lip
soid
sɔɪd
soyd

Ορισμός και σημασία του "ellipsoid"στα αγγλικά

01

ελλειψοειδές

a three-dimensional shape similar to a stretched or compressed sphere 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ellipsoids
Παραδείγματα
The Earth is often approximated as an oblate ellipsoid due to its slightly flattened shape at the poles. 

Η Γη συχνά προσεγγίζεται ως ένας πεπλατυσμένος ελλειψοειδής λόγω του ελαφρώς πεπλατυσμένου σχήματός της στους πόλους.

01

ελλειψοειδής, σε σχήμα ελλειψοειδούς

having the nature or shape of an ellipsoid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store