Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to elide
01
παραλείπω, παραλείπω
(phonetics) to omit or leave out a vowel or a syllable in the pronunciation of a word
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
elide
γ΄ ενικό πρόσωπο
elides
ενεστώτα μετοχή
eliding
απλός αόριστος
elided
παθητική μετοχή
elided



























