to elide
Pronunciation
/ɪlˈaɪd/

Ορισμός και σημασία του "elide"στα αγγλικά

to elide
01

παραλείπω, παραλείπω

(phonetics) to omit or leave out a vowel or a syllable in the pronunciation of a word
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
elide
γ΄ ενικό πρόσωπο
elides
ενεστώτα μετοχή
eliding
απλός αόριστος
elided
παθητική μετοχή
elided
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store