elf
elf
ɛlf
ελφ

Ορισμός και σημασία του "elf"στα αγγλικά

01

ξωτικό, νεράιδα

a small human-like creature from fairy stories that has pointed ears and magical powers 
elf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
elves
Παραδείγματα
In the enchanted forest, the elves were known for their mischievous yet helpful nature. 

Στο μαγεμένο δάσος, οι ξωτικά ήταν γνωστά για την κακότροπη αλλά βοηθητική τους φύση.

02

ξωτικό, κύμα εξαιρετικά χαμηλής συχνότητας

below 3 kilohertz 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

elfish
elflike
elf
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store