Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elegantly
01
κομψά, με κομψότητα
in a tasteful, refined, or graceful manner
Παραδείγματα
The yacht cut elegantly through the waves, its sails full.
Το γιοτ έκοψε κομψά τα κύματα, με τα πανιά του γεμάτα.
02
κομψά, με κομψότητα
with clever simplicity and precision
Παραδείγματα
His solution was elegantly efficient, saving both time and resources.
Η λύση του ήταν κομψά αποτελεσματική, εξοικονομώντας καιρό και πόρους.
Λεξικό Δέντρο
inelegantly
elegantly
elegant
eleg



























