Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
electromagnetic
01
ηλεκτρομαγνητικός, σχετικός με τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία
referring to the combined interaction of electric and magnetic fields, often associated with waves or radiation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physics, radiation, science
Παραδείγματα
Light is an electromagnetic wave that can travel through a vacuum.
Το φως είναι ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα που μπορεί να ταξιδέψει μέσα στο κενό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
electromagnetic
electromagnet



























