electron
e
ɪ
i
lect
ˈlɛkt
lekt
ron
rɒn
ron
election

Ορισμός και σημασία του "electron"στα αγγλικά

01

ηλεκτρόνιο, μικρό σωματίδιο σε ένα άτομο με αρνητικό φορτίο

a small particle in an atom with negative charge 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
electrons
Παραδείγματα
Electrons flow through wires to create electric current. 

Τα ηλεκτρόνια ρέουν μέσω των καλωδίων για να δημιουργήσουν ηλεκτρικό ρεύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

antielectron
electronic
electronics
electron
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store