Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
electronic
01
ηλεκτρονικός
(of a device) having very small parts such as chips and obtaining power from electricity
Παραδείγματα
The musician used a variety of electronic instruments to create unique sounds for the album.
Ο μουσικός χρησιμοποίησε μια ποικιλία από ηλεκτρονικά όργανα για να δημιουργήσει μοναδικούς ήχους για το άλμπουμ.
02
ηλεκτρονικός, ηλεκτρονικός
pertaining directly to electrons or their properties
Παραδείγματα
Electrons and electronic interactions govern conductivity.
Τα ηλεκτρόνια και οι ηλεκτρονικές αλληλεπιδράσεις διέπουν την αγωγιμότητα.
03
ηλεκτρονικός, ηλεκτρονική
of or pertaining to the study or discipline of electronics
Παραδείγματα
He attended a seminar on electronic methods in signal processing.
Παρακολούθησε ένα σεμινάριο για τις ηλεκτρονικές μεθόδους στην επεξεργασία σήματος.
Λεξικό Δέντρο
microelectronic
electronic
electron



























