Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Electroconvulsive therapy
01
ηλεκτροσπασμική θεραπεία, ηλεκτροσόκ θεραπεία
a psychiatric treatment that involves sending an electric current through someone's brain to cause seizures or fits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























