Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Electric battery
01
ηλεκτρική μπαταρία, μπαταρία
a device that produces electricity; may have several primary or secondary cells arranged in parallel or series
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electric batteries



























