Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Elder
01
μεγαλύτερος, ηλικιωμένος
a person older in age or experience than another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elders
Παραδείγματα
You should respect your elders.
Πρέπει να σέβεστε τους μεγαλύτερους σας.
02
πρεσβύτερος, πρεσβύτερος
a senior member or officer in certain Christian churches
Παραδείγματα
The elder led the congregation in prayer.
Ο πρεσβύτερος οδήγησε τη συναγωγή στην προσευχή.
03
κουφοξυλιά, μαύρη κουφοξυλιά
a shrub or small tree of temperate and subtropical regions, bearing clusters of white flowers and dark berries
Παραδείγματα
An elder grew beside the fence, heavy with berries.
Ένα σάμπο φύτρωσε δίπλα στον φράχτη, βαριά από μούρα.
elder
01
ο πρεσβύτερος, ο πατέρας
used to distinguish the older of two people with the same name, especially a father and son
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The portrait depicted William Brown, the elder.
Το πορτρέτο απεικόνισε τον William Brown, τον πρεσβύτερο.
Λεξικό Δέντρο
eldership
elder



























